Το παρακάτω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο της Έλενας Ακρίτα «Γεννήθηκα ξανθιά» που εκδόθηκε το 2002,όταν η χώρα μας δε βίωνε την σημερινή οικονομική κρίση που αποτελεί πλέον «καραμέλα» για να δημιουργεί άλλοθι για όλα τα κακώς κείμενα.

Αποτελεί απάντηση σε όλους αυτούς που για να δικαιολογήσουν την ολιγωρία και την αδράνειά τους προσπαθούν να ενοχοποιήσουν την αγάπη μας προς τα ζώα και τον αγώνα για τα δικαιώματά τους, αντιπαραβάλλοντας τα πεινασμένα παιδιά της Αφρικής,την οικονομική κρίση,τις σφαγές στο Αφγανιστάν….’Οχι κυρίες και κύριοι…Η αγάπη -όπως και ο θυμός- δεν μπορεί να είναι διαζευτική…Ή το ένα ή το άλλο…Ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει.Όλα τα χωράει.Κι ας μην αντέχει…

Άλλωστε ποιός ευθύνεται για όλα αυτά;Eμείς.Μόνο εμείς. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…Kυριεύσαμε τον πλανήτη με άκρατο εγωισμό και στιλιτεύσαμε τα πάντα.

«Ποτέ δεν θα πειράξω τα ζώα τα καημένα.Σαφώς.Θα τα αποκεφαλίσω.Απλώς.Θα πιάσω όποιο κουτάβι βρεθεί στο δρόμο μου και θα το δολοφονήσω με το πιο φρικαλέο τρόπο.Γιατί όχι;Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω-και θα κόψω ένα κεφάλι παραπάνω.

Όχι δεν είναι αστείο.Δεν είναι για πλακίτσες και ευφυολογήματα.Στην περίπτωση του αδόκιμου δόκιμου,λέξεις όπως θυμός και οργή μοιάζουν παστέλ μπροστά στην ένταση του συναισθήματος που σου γεννάει η είδηση.Δεν ξέρω τι μπορεί να τον ώθησε σε μια τέτοια πράξη.Δεν ξέρω τι ωθεί οποιονδήποτε σε μια τέτοια πράξη.Τι τραύματα σέρνει ο καθένας,τι παιδικά βιώματα,τι ψυχικές διαταραχές.Άβυσσος η ψυχή του …»ανθρώπου» να το πω τώρα εγώ αυτό;

Δεν ξέρω.Δεν με ενδιαφέρει.Αρκετά!Αρκετά αναλύουμε κάθε αίσχος,κάθε έγκλημα,κάθε κτηνωδία.Αρκετά τα βάζουμε στο μικροσκόπιο-με ψυχιατρικές εξηγήσεις του ποδαριού.Δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιος αποκεφαλίζει κουτάβια.Δεν θέλω να καταλάβω.Απλά.Θυμώνω.Πολύ.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτή είναι μια εξτρέμ περίπτωση,Μια ακραία σχιζοφρένεια χωρίς αρχή και τέλος.Και θα είχε δίκιο.Όμως εγώ δεν μπορώ να το δω αυτό το δίκιο.Γιατί θυμώνω.Πολύ.Και αν η μειοψηφία αποκεφαλίζει ζώα,η πλειοψηφία τα κακοποιεί.Με οποιονδήποτε τρόπο.

Θυμώνω.Πολύ.Όταν ήμουν μικρή,δεν μου άρεσε το τσίρκο.Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω το λόγο.Γύρω μου παιδάκια γελούσαν,χειροκροτούσαν,χοροπηδούσαν-κι εγώ ήθελα να σηκωθώ και να φύγω τρέχοντας.Κανένας ενθουσιασμός στη θέα των μικροκαμωμένων κανίς που έκαναν ακροβατικά.

Οι ελέφαντες,με κεφάλι σκυφτό,εκτελούσαν εντολές.Οι τίγρεις και τα λιοντάρια με τρομαγμένα μάτια στριμώχνονταν στις γωνίες μιας αρένας που τη δονούσαν με ιαχές,ενώ το μαστίγιο σφύριζε,σαν απειλή θανάτου στον αέρα.Ίδρωναν τα χέρια μου,έκλεινα τα μάτια-κι ας μην ήξερα.Ας μην καταλάβαινα τι με τρομοκρατούσε τόσο πολύ σε αυτή την υπερπαραγωγή της απόλυτης φρίκης.Ψυχαγωγία για παιδιά;Χίλιες φορές Σινεάκ.Σινεάκ και ξερό ψωμί.

Μεγάλωσα.Πολλά διάβασα.Πολλά έμαθα.Πολλά είδα με κρυμμένες κάμερες στα δελτία να ξεμπροστιάζουν αυτό το εφιαλτικό Νταχάου των ζώων. Τρόμος, κτηνωδία, βούρδουλας, δίψα, ασιτία,εφιαλτικές τιμωρίες όταν η άσκηση δεν εκτελείται σωστά.

Κι η μυρωδιά του θανάτου.Πάνω και πέραν όλων,η ευδιάκριτη μυρωδιά του θανάτου.Γιατί αυτά τα ζώα – τα τεχνικολόρ ζώα του τσίρκο με τα φτερά και τα πούπουλα,τα στρας και τις γυαλιστερές χάντρες-δεν πεθαίνουν φυσιολογικά.Δεν πεθαίνουν από γηρατειά.Πεθαίνουν από τρόμο.

Τόσο απλά.

Θυμώνω.Θυμώνω πολύ.Όταν ο μπαμπάς,ελαφρά τη καρδία,αγοράζει δωράκι στο βλαστάρι του ένα κουτάβι.Χνουδωτό,γλυκό και χαριτωμένο.

Κι όταν το κουτάβι παύει να είναι κουτάβι,παύει να είναι γλυκό,χνουδωτό,χαριτωμένο,αρχίζει να κάνει πιπί του στη μοκέτα.Να έχει ανάγκες.Να θέλει εμβόλια.Να διψάει για φροντίδα και στοργή.

Τότε απλά το παίρνουνε και το πετάνε στο δρόμο.Χωρίς να ξέρουν την τύφλα τους.Χωρίς να ενδιαφέρονται για το γεγονός ότι ένα ζώο οικόσιτο είναι αδύνατον να επιβιώσει ολομόναχο.Ψυχούλες μιας χρήσεως.

Όταν τις βαρεθούμε τις ξεφορτωνόμαστε.

Απλά πράγματα.Κουκιά μετρημένα.Αστο να κόψει το λαιμό του.Και τον κόβει.Γιατί δεν μπορεί να κάνει και αλλιώς.

Θες να αγοράσεις δώρο στο παιδί σου;

Τσακίσου σε κάνα παιχνιδάδικο και πάρτου κάνα τηλεκατευθυνόμενο.Καμμιά Μπαρμπι,κάνα επιτραπέζιο,που να πάρει η ευχή.Ένα παιχνίδι που αν τα φτύσει,αν ξεμείνει από μπαταρίες,το πετάς και πάει στα κομμάτια.

Αλλά,όχι.

Δεν παίρνουν το παιχνίδι.Παίρνουν το ζώο.

Παίρνουμε ζώα γιατί τα ¨»ζώα» είμαστε εμείς.Έρχεται καλοκαίρι και ο κόσμος πήχτρα στα αδέσποτα.Έντρομα αδέσποτα που,εν μια νυκτί,από τη θαλπωρή του σπιτιού βρίσκονται πεταμένα,σαν μεταχειρισμένα σφουγγαρόπανα σ΄έναν εχθρικό,έρημο δρόμο.

Στα θέρετρα,η Ελλάδα αναστενάζει.Βγαίνει η μητέρα μου κάθε μεσημέρι,με μια αγκαλιά τρόφιμα και δροσερό νεράκι.Ταίζει γάτες και σκύλους της γειτονιάς.Κι όταν εκπνέει το θέρος και πρέπει να επιστρέψουμε οίκαδε,την πιάνει το άγχος.Τι θ’απογίνουν;Ποιός θα τα φροντίζει;Θα μείνει κανένας καλός χριστιανός να τα αναλάβει;

Θυμώνω.Θυμώνω πολύ.Κι ας το ξέρω το επιχείρημα:»εδώ ο κόσμος καίγεται».Το ξέρω καλά.Παιδιά πεινάνε.Πονάνε.Κακοποιούνται.Πόλεμοι εκδικούνται.Φυσικές καταστροφές ξεκληρίζουν.Λάβες ηφαιστείων ξεβράζουν χιλιάδες ανθρώπους στο απολύτως τίποτα.Στο απολύτως πουθενά.

Όμως ο θυμός δεν είναι διαζευτικός.Δεν είναι «ή το ένα ή το άλλο».Μπορείς να θυμώσεις με πολλά.

Και πολύ.

Και ταυτόχρονα.

Η καρδιά δεν έχει θυρίδες να βάζεις λουκέτο.Να ξεχάσεις το κλειδί κάτω από τις κάλτσες.

Όποιος πονάει το ζώο πονάει τον άνθρωπο.Ο καλός ό μύλος όλα τα αλέθει.Όλα τα χωράει.

Κι ας μην αντέχει…

Θυμώνω.Όργίζομαι.Μια οργή χωρίς φιοριτούρες και καλολογικά στοιχεία.Μια οργή γυμνή.Με αφορμή κάποια κουτάβια…Κάποια κουτάβια που δε θα μεγαλώσουν ποτέ!

Υ.Γ.Παρεμπιπτόντως,διαβάζω ότι επανήλθαν στη μόδα τα γούνινα παλτά για τις κυρίες.Μπράβο βρε.Άραγε γι΄αυτό,ενημερώθηκαν αρμοδίως τα ζώα; «